Το «Λάδωμα» της Αμερικής. Ο εμπαιγμός της ανθρωπότητας

to-ladoma-tis-amerikis-o-empaigmos-tis-anthropotitas

Το «Λάδωμα» της Αμερικής. Ο εμπαιγμός της ανθρωπότητας

Συνέχεια από: Αθώα τα παραδοσιακά ζωικά λίπη. Οι «οδηγίες» ήταν λάθος 

Η τεχνολογία της μετατροπής φυτικών ελαίων σε μαρφαρίν προήλθε από την εφεύρεση ενός Γάλλου χημικού του Σαμπατιέ (Sabatier). Αυτός ανακάλυψε ότι το νικέλιο ως καταλύτης μπορούσε να προκαλέσει υδρογόνωση (την προσθήκη υδρογόνου σε ακόρεστους δεσμούς και να τους μετατρέψει σε κορεσμένους) στο αιθυλένιο και να το μετατρέψει σε αιθάνιο.

Ο Βρετανός χημικός Νόρμαν εφάρμοσε για πρώτη φορά την μέθοδο της υδρογόνωσης σε μαγειρικά έλαια και κατοχύρωσε την ευρεσιτεχνία. Το 1909 η Πρόκτερ και Γκάμπλ αγόρασε τα δικαιώματα της βρετανικής πατέντας στην Αμερική.

Αυτήν την επεξεργασία έκαναν στο καλαμποκέλαιο και στο λαρδί για να αποκτήσει “καλύτερες φυσικές ιδιότητες”, για την παρασκευή μαγειρικών και ζαχαροπλαστικών μειγμάτων που δεν θα έλιωναν εύκολα τις πολύ ζεστές μέρες.

Η διαδικασία της υδρογόνωσης μετατρέπει

τα ακόρεστα λίπη σε ευθεία “συσκευάσιμα” μόρια ανακατανέμοντας τα άτομα του υδρογόνου στους διπλούς δεσμούς. Στην φύση, οι περισσότεροι δεσμοί έχουν διάταξη “σις” – δηλαδή και τα δύο άτομα του υδρογόνου βρίσκονται στην ίδια πλευρά του διπλού δεσμού.

Τα ισομερή “σις” των λιπαρών οξέων έχουν κάμψη στον διπλό δεσμό, η οποία τα εμποδίζει να συνδέονται εύκολα. Η υδρογόνωση δημιουργεί διπλούς “δεσμούς τρανς” μεταφέροντας το ένα υδρογόνο στην άλλη πλευρά της αλυσίδας ανθράκων στο σημείο του διπλού δεσμού.

Κατά συνέπεια τα δύο άτομα υδρογόνου εξισορροπούνται μεταξύ τους και το λιπαρό οξύ “ισιώνει”, δημιουργώντας ένα συσκευάσιμο “πλαστικό λίπος” με πολύ υψηλή θερμοκρασία τήξης.

Αν και τα τρανς λιπαρά οξέα έχουν – μετά από τεχνική επεξεργασία – γίνει ακόρεστα, έχουν διαταχθεί με τέτοιο τρόπο που έχουν χάσει τα πλεονεκτήματά τους. Η παρουσία ορισμένων μονήρων ηλεκτρονίων από γειτονικά άτομα υδρογόνου στην διάταξη σις επιτρέπει την εκτέλεση ζωτικής σημασίας αντιδράσεων στο διπλό δεσμό.

Όταν το ένα άτομο υδρογόνου μεταφέρεται στην άλλη πλευρά του μορίου του λιπαρού οξέως με την υδρογόνωση η ικανότητα των ζωντανών πυρήνων να κάνουν αντιδράσεις στο σημείο μειώνεται ή χάνεται εντελώς.

Τα τρανς λιπαρά οξέα είναι αρκετά παρόμοια με τα φυσικά λίπη και το σώμα τα ενσωματώνει στην κυτταρική μεμβράνη. Εκεί η μεταλλαγμένη τους κατάσταση μπλοκάρει χιλιάδες απαραίτητες χημικές αντιδράσεις από παραγωγή ενέργειας έως την παραγωγή προσταγλανδίνης.

«Τροφή»: Δηλαδή για να καταλάβω. Κατάφεραν με τεχνητά μέσα να ΕΠΙΤΡΈΨΟΥΝ στο «πλαστικό λίπος» να εισχωρήσει στα κύτταρά μας; Και μετά αναρωτιώμαστε γιατί έχουμε γεμίσει ανθρώπους μόνιμα γεμάτους φλεγμονές και γιατί ο καρκίνος θερίζει;
Όταν 3.672 διαφορετικά δηλητήρια απαρτίζουν την τροφή μας τι περιμένουμε; Να γίνουμε καλά ή να αποκτήσουμε καρκίνο 

Την μεταπολεμική περίοδο, “βελτιώσεις” επέτρεψαν την πλαστικοποίηση ελαίων

με μεγάλη περιεκτικότητα σε πολυακόρεστα όπως καλαμποκέλαιο και σογιέλαιο. Νέοι καταλύτες επέτρεψαν στους επεξεργαστές να εφαρμόσουν “επιλεκτική υδρογόνωση” στα είδη των λιπαρών οξέων που περιέχονταν στο σογιέλαιο και το canola oil – δηλαδή αυτών με τριπλούς δεσμούς.

Η νέα μέθοδος της “μερικής υδρογόνωσης” επέτρεψε στους παρασκευαστές να αντικαταστήσουν το βαμβακέλαιο με φυτικά έλαια όπως το καλαμποκέλαιο και το σογιέλαιο στις μαργαρίνες και τα μείγματα ζαχαροπλαστικής.

Η παραγωγή των φασολιών σόγιας εκτοξεύθηκε από το… σχεδόν τίποτα γύρω στο 1900, σε 70.000.000 τόνους το 1970, ξεπερνώντας ακόμα και την παραγωγή καλαμποκιού! Σήμερα το σογιέλαιο κυριαρχεί στην αγορά και καλύπτει το 80% της κατανάλωσης υδρογονωμένων ελαίων.
Είναι η Σόγια επικίνδυνη; 

Το ιδιαίτερο μείγμα των λιπαρών οξέων στο σογιέλαιο δίνει μείγματα ζαχαροπλαστικής με περίπου 40% λιπαρά τρανς – μια 5% αύξηση σε σχέση με το βαμβακέλαιο και 15% σε σχέση με το καλαμποκέλαιο.

Το λάδι Canola που παράγεται από ένα υβρίδιο των σπόρων ελαιοκράμβης, έχει υψηλή περιεκτικότητα λιπαρών οξέων με τριπλούς δεσμούς και περιέχει έως και 50% τρανς λιπαρά. Τρανς λιπαρά, ιδιαίτερα αμφίβολης χρησιμότητας, σχηματίζονται και κατά την επεξεργασία της προσθήκης αρώματος του ελαίου αυτού αν και δεν αναφέρονται στην ετικέτα της συσκευασίας τους.
Κραμβέλαιο ή λάδι κανόλα (Canola) και υγιεία. 

Ορισμένα είδη φυσικών και όχι τεχνητών τρανς λιπαρών οξέων βρίσκονται και στα γαλακτοκομικά προϊόντα.

Το τρανς βακενικό οξύ αποτελεί το 1\4 των λιπαρών οξέων που υπάρχουν στο βούτυρο. Είναι ένα προσωρινό προϊόν που το μηρυκαστικό ζώο μετατρέπει σε λινολεϊκό οξύ, ένα εξαιρετικά ευεργετικό αντικαρκινικό συστατικό του ζωικού λίπους. Ο άνθρωπος φαίνεται να κάνει χρήση της μικρής ποσότητας τρανς βακενικού οξέως που υπάρχει στο βούτυρο χωρίς καμία παρενέργεια.
Συζευγμένο Λινολεϊκό οξύ (CLA): Ένα ωφέλιμο λιπαρό οξύ 

Όμως τα περισσότερα ισομερή τρανς στα μοντέρνα υδρογονωμένα λίπη είναι καινούργια στον ανθρώπινο οργανισμό. Στις αρχές της δεκαετίας του ’70, αρκετοί ερευνητές είχαν εκφράσει τις επιφυλάξεις τους για την παρουσία τους στο αμερικανικό διαιτολόγιο παραπέμποντας στο γεγονός ότι η αυξανόμενη χρήση των υδρογονωμένων λιπών είχε συμπέσει χρονικά με την αύξηση των καρδιακών παθήσεων και του καρκίνου.

Η λύση που δεν τελικά ειπώθηκε θα μπορούσε να είχε δοθεί εύκολα στο κοινό:

Αποφύγετε τις “μοντέρνες” τροφές από επεξεργασμένα φυτικά έλαια. Χρησιμοποιείστε βούτυρο και όχι μαργαρίνη. Όμως η ιατρική έρευνα και η κοινή γνώμη ακολούθησαν έναν διαφορετικό δρόμο – αυτόν που επιβράδυνε την κατανάλωση παραδοσιακών τροφών όπως το κρέας, τα αυγά και το γάλα και επιτάχυνε την κατανάλωση προϊόντων από φυτικά έλαια.

Αν και ο Αμερικανικός Ιατρικός Σύλλογος (AHA) παρέμεινε πιστός στην θεωρία των λιπιδίων και την αναπόδεικτη θεωρία ότι τα πολυακόρεστα έλαια παρείχαν προστασία ενάντια στις καρδιακές παθήσεις, η επιφύλαξη απέναντι στα υδρογονωμένα έλαια ήταν αρκετά έκδηλη ούτως ώστε να συμπεριληφθεί η ακόλουθη προειδοποίηση στην δήλωση του οργανισμού το 1968 σχετικά με διαιτολόγιο πρόληψης των καρδιακών παθήσεων:

“Η μερική υδρογόνωση των πολυακόρεστων λιπαρών έχει σαν αποτέλεσμα τον σχηματισμό δεσμών τρανς, που είναι λιγότερο αποτελεσματικοί από τους δεσμούς σις στην μείωση της συγκεντρώσεως χοληστερίνης. Είναι αναγκαίο να επισημανθεί ότι οι διαθέσιμες στην αγορά μαργαρίνες και μείγματα περιέχουν ελάχιστα πολυακόρεστα λίπη του φυσικού είδους σις”.

Αν και 150.000 αντίτυπα της παραπάνω δήλωσης τυπώθηκαν, ποτέ δεν διανεμήθηκαν στο κοινό.

Η βιομηχανία των μειγμάτων ζαχαροπλαστικής είχε έντονες αντιρρήσεις και ένας ερευνητής, ο Φρεντ Μάτσον (Fred Mattson), της εταιρίας Πρόκτερ και Γκάμπλ έπεισε τον Κάμπελ Μόουζες (Campbell Moses), τον διευθυντή του AHA να την αφαιρέσει. (*13)

Οι τελικές παροτρύνσεις προς το κοινό συνοψίζονται στα εξής τρία σημεία: Περιορίστε την λήψη θερμίδων, αντικαταστήστε τα κεκορεσμένα λιπαρά με πολυακόρεστα, μειώστε την χοληστερίνη στο διαιτολόγιο σας.
Και εν τέλει και τα ΄δυο ΔΕΝ ισχύουν: Η απενοχοποίηση των κορεσμένων λιπαρών
Απενοχοποιείται Επιτέλους η Χοληστερίνη 

Κι άλλοι οργανισμοί, εκτός από τον AHA, ευνοούσαν την προώθηση των φυτικών ελαίων έναντι των ζωικών.

Τις αρχές του ’70 το Εθνικό Καρδιολογικό, Πνευμονολογικό και Αιματολογικό Ινστιτούτο, (the National Heart, Lung and Blood Institute), η Αμερικανική Διαιτολογική Εταιρία (the American Dietetic Association the AMA) και η Εθνική Ακαδημία Επιστημών (National Academy of Sciences) υποστήριζαν την θεωρία των λιπιδίων και συνιστούσαν την αποφυγή κατανάλωσης ζωικού λίπους από τους Αμερικανούς που βρίσκονταν στην “επικίνδυνη” κατηγορία.

Από τις πρώτες κιόλας έρευνες του Κριτσέφσκι, πολλές άλλες δοκιμές είχαν δείξει ότι το επίπεδο της χοληστερίνης μπορεί να πέσει με την αύξηση της απορρόφησης πολυακόρεστων (λιπών). Η εξήγηση με βάση την φυσιολογία είναι ότι όταν πλεονάζοντα πολυακόρεστα ενσωματώνονται στην κυτταρική μεμβράνη έχουν σαν αποτέλεσμα να διαταράσσουν την αρχιτεκτονική δομή του κυττάρου ή να προκαλούν “πλαδαρότητα”.

Η χοληστερίνη διοχετεύεται από τα αίμα στις κυτταρικές μεμβράνες και τις “σκληραίνει”.

Το πρόβλημα όμως είναι ότι δεν υπήρχε απόδειξη ότι η μείωση του επιπέδου της χοληστερίνης απομακρύνει τον κίνδυνο CHD.

Αυτό όμως δεν πτόησε την Αμερικανική Καρδιολογική Εταιρία (American Heart Association) να ενθαρρύνει την παρασκευή “τροποποιημένων και συνηθισμένων τροφών” που θα διευκόλυναν την αλλαγή από τα παραδοσιακά λίπη στα νέου τύπου φυτικά έλαια. Αυτές οι τροφές, έλεγε η AHA πρέπει να τεθούν στην διάθεση του καταναλωτή, “σε προσιτές τιμές και εύκολα αναγνωρίσιμες από την κατάλληλη ετικέτα. Οι υπάρχοντες νομοθετικοί φραγμοί στην διάθεση τέτοιων προϊόντων στην αγορά πρέπει να αρθούν”.

Ο άνθρωπος που κατόρθωσε την άρση τέτοιων “νομοθετικών φραγμών” ήταν ο Πίτερ Μπάρτον Χατ (Peter Barton Hutt), ένας δικηγόρος στην υπηρεσία της διακεκριμένης νομικής εταιρίας Κόβινγκτον και Μπέρλινγκ που εδρεύει στην Ουάσινγκτον και είναι ειδικευμένος σε υγειονομικές υποθέσεις διατροφής.

Ο Χατ είχε κάποτε πει:

“Η νομοθεσία που αφορά στην διατροφή είναι ο πιο συναρπαστικός νομικός τομέας στον οποίο μπορείς να εντρυφήσεις”. Αφού αντιπροσώπευσε την βιομηχανία μαγειρικών φυτικών ελαίων, άφησε προσωρινά την νομική εταιρεία στην οποία εργαζόταν και έγινε γενικός σύμβουλος της Διεύθυνσης Τροφίμων και Φαρμάκων των Ηνωμένων Πολιτειών (US Food and Drug Administration, FDA) το 1971.

Ο φραγμός στις τροφές που θα άλλαζαν τις αμερικανικές καταναλωτικές συνήθειες ήταν το Νομοσχέδιο περί Τροφίμων, Φαρμάκων και Καλλυντικών του 1938 (Food, Drug and Cosmetic Act of 1938) σύμφωνα με τον οποίο

“…υπάρχουν ορισμένες παραδοσιακές τροφές που γνωρίζει ο καθένας, όπως το ψωμί, το γάλα και το τυρί. Όταν οι καταναλωτές αγοράζουν αυτές τις τροφές, πρέπει να ξέρουν τι παίρνουν… όταν ένα προϊόν θυμίζει ένα πρότυπο προϊόν, αλλά δεν πληρεί τις προϋποθέσεις γνησιότητας του προϊόντος αυτού πρέπει να φέρει την ετικέτα ‘απομίμηση’ “.

Το Νομοσχέδιο περί Τροφίμων, Φαρμάκων και Καλλυντικών του 1938, είχε ψηφιστεί κυρίως εξ’ αιτίας της αυξανόμενης ανησυχίας του καταναλωτικού κοινού για την νόθευση παραδοσιακών προϊόντων.

Πρώτα στην λίστα των προϊόντων που δέχονταν επίθεση από τις απομιμήσεις ήταν τα λίπη και τα έλαια.

Στο “Η Ζωή στο Μισισιπή” ο Μαρκ Τουαίιν καταγράφει μια συζήτηση ανάμεσα σε έναν προμηθευτή βαμβακέλαιου από την Νέα Ορλεάνη και έναν πλανόδιο πωλητή μαργαρίνης. Ο πρώτος περηφανεύεται ότι πασάρει αρωματισμένο βαμβακέλαιο για ελαιόλαδο σε μπουκάλια με ευρωπαϊκές ετικέτες.

“Κάνουμε την λαδιά – από το α έως το ω – στο εργοστάσιο μας στην Νέα Ορλεάνη… Τα οικονομάμε χοντρά”.
Παρόμοια πράγματα εξακολουθούν να συμβαίνουν ακόμη και σήμερα, οπότε καλά είναι να παίρνουμε τα μέτρα μας: Τρόποι να Αναγνωρίσετε το Νοθευμένο Ελαιόλαδο 

Ο δεύτερος, αυτός από το Σινσινάτι λέει ότι τα δικά του εργοστάσια μετατρέπουν τόνους φυτικό λάδι σε μαργαρίνη, μία απομίμηση που “δεν μπορείς να την ξεχωρίσεις από το βούτυρο”.

Γυαλίζει το μάτι του με την σκέψη ότι θα κατακλυστεί η αγορά απ’ την πραμάτεια του.

“Θα το δεις, θα ‘ρθει μια μέρα που δεν θα βρίσκεις οκά βουτύρου ούτε για δείγμα σε κανένα ξενοδοχείο έξω από τις μεγάλες πόλεις στις κοιλάδες του Μισισιπή και του Οχάιο… και το πουλάμε τόσο φτηνά πού όλη η χώρα θα θέλει να το αγοράσει…το βούτυρο πάει, ξόφλησε, δεν μπορεί να αντέξει τον ανταγωνισμό.

Πέρασε ο καιρός του, από δω και πέρα το βούτυρο είναι για τον τοίχο. Πέφτει χρήμα στην μαργαρίνη περισσότερο απ’ ότι… δεν φαντάζεσαι τι χρυσές δουλειές που κάνουμε”.
Για υγεία ούτε λόγος. Εδώ ταιριάζει το Είναι πολλά τα λεφτά Άρη: Βούτυρο ή Μαργαρίνη; Ποια είναι η υγιεινή επιλογή 

Πιστός στην παράδοση των απατεωνίσκων του Μισισιπή, ο Πίτερ Μπάρτον Χατ βοήθησε την FDA να παρακάμψει τις νομικά κωλύματα και να υιοθετήσει το 1973 νέα πολιτική στο θέμα των “απομιμήσεων” λαμβάνοντας υπ’ όψιν

“την πρόοδο της τεχνολογίας στον τομέα της διατροφής ούτως ώστε να απαλλάξει τους παρασκευαστές από το δίλημμα είτε να συμβιβαστούν με τα δεδομένα μιας άλλης εποχής είτε να καταχωρήσουν τα προϊόντα τους ως ‘απομιμήσεις’ … (καθώς)… αυτά τα προϊόντα δεν ήταν απαραιτήτως κατώτερα από τις παραδοσιακές τροφές τις οποίες υποκαθιστούσαν”.

Ο Χατ θεωρούσε την λέξη “απομίμηση” ως υπεραπλούστευση και “πιθανώς παραπλανητική για τους καταναλωτές”.

Ο νέος κανονισμός καθόριζε την “κατωτερότητα” ως οποιασδήποτε μείωση σε θρεπτικά συστατικά τα οποία υπάρχουν στο προϊόν σε ποσοστό μεγαλύτερο του 2% της Προτεινόμενης Ημερησίας Δόσης (US Recommended Daily Allowance – RDA).

Η νέα αυτή πολιτική σχετικά με τις απομιμήσεις σήμαινε ότι π.χ. η ξινή κρέμα από φυτικά έλαια με γέμιση από κόλλα γκουάρ γκαμ ή carrageenan (φύκια) δεν χρειαζόταν να φέρει την ετικέτα “απομίμηση” εφ’ όσον περιείχε συνθετικές βιταμίνες που αναπλήρωναν τα θρεπτικά συστατικά της πραγματικής ξινής κρέμας.

Προϊόντα όπως κρέμα για τον καφέ, μαρέγκα μαϊμού, επεξεργασμένα τυριά και μαϊμού σαντιγί δεν ήταν απαραίτητο να φέρουν την ετικέτα “απομίμηση”, αλλά μπορούσαν να πουληθούν ως αυθεντικά και υγιεινά προϊόντα, με χαμηλή περιεκτικότητα σε χοληστερίνη και πλούσια σε πολυακόρεστα.

Οι νέοι κανονισμοί υιοθετήθηκαν χωρίς την έγκριση του Κογκρέσου,

χάρις στην πολιτική που λάνσαρε ο Νίξον, την εκμετάλλευση της FDA από τον Λευκό Οίκο για την προώθηση των συμφερόντων κοινωνικών ομάδων μέσω της κυβερνητικής πολιτικής στον τομέα της παραγωγής τροφίμων. Το αποτέλεσμα ήταν η ολοένα αυξανόμενη επιρροή κάποιων λόμπι που εξυπηρετούσαν ειδικά συμφέροντα όπως αυτά των βιομηχανιών επεξεργασίας φυτικών ελαίων, και το ψαλίδισμα της συμμετοχής των πολιτών στις διαδικασίες θέσπισης των κανονισμών.

Έδωσε την ευκαιρία στις νέες μεθόδους επεξεργασίας τροφίμων τις “τεχνολογικές βελτιώσεις” σύμφωνα με τους κατασκευαστές, να κάνουν την είσοδο τους στην αγορά χωρίς να φέρουν το στίγμα της οικονομικής απάτης, όπως θα αναμενόταν από ένα υποψιασμένο καταναλωτικό κοινό και όπως θα προέκυπτε από έναν στενότερο έλεγχο από το Κογκρέσο. Σήμαναν την έναρξη της κυριαρχίας των ερζάτς προϊόντων, των βολικών ιμιτασιόν καταναλωτικών αγαθών – πανομοιότυπων, ουδέτερων και ψεύτικων – μα εξαιρετικά επικερδών για τους κατασκευαστές.
Καρτέλ 10 πολυεθνικών γιγάντων ελέγχει ΌΛΑ τα τρόφιμα της αγοράς 

Το Κογκρέσο δεν διαμαρτυρήθηκε για τον σφετερισμό των εξουσιών του μα τάχθηκε κι αυτό στο πλευρό της θεωρίας των λιπιδίων.

Η Επιτροπή της Συγκλήτου για την Διατροφή και τις Ανθρώπινες Ανάγκες (The Senate Select Committee on Nutrition and Human Needs) υπό την προεδρία του Τζορτζ ΜακΓκόβερν (George McGovern) από το 1973 έως το 1977, προωθούσε ενεργά την χρήση φυτικών ελαίων.

Συνεχίζεται…

 

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

*1. Ν. Κριτσέφσκι (D Kritchevsky), “Effect of Cholesterol Vehicle in Experimental Atherosclerosis”, Am. J. Physiol. 178:30-32, Ιούλιος – Σεπτέμβριος 1954.

*2. “Notice of Supelco-AOC Award to Kritchevsky”, Inform 7:315, 1996.

*3. Μ Ένιγκ (M. Enig), “Trans Fatty Acids in the Food Supply: A Comprehensive Report Covering 60 Years of Research, Enig Associates, Inc., Silver Spring, MD, ΗΠΑ, 1995 (2η έκδοση), (σελ. 4-8).

*4. Ν. Γκρουμ (D. Groom), “Population Studies of Atherosclerosis”, Annals of Int. Med. 55(1):51-62, Ιούλιος 1961; Enos, W. F. et al., “Pathogenesis of Coronary Disease in American Soldiers Killed in Korea”, JAMA 158:912, 1955.

*5. Ο. Λόρι (W. Laurie), “Atherosclerosis and its Cerebral Complications in the South African Bantu”, Lancet, Φεβρουάριος 1958, (σελ. 231-232)

*6. Ο. Ρόμπερτσον (W. B. Robertson), “Atherosclerosis and Ischaemic Heart Disease,” Lancet 1:444, 1959.

*7. Τ. Γκόρντον (T. Gordon), “Mortality Experience Among Japanese in the US, Hawaii and Japan”, Pul. Health Rep. 51:270, 1957; Pollak, O. J., “Diet and Atherosclerosis,” Lancet 1:444, 1959.

*8. Μακγκίλ (H. C. McGill), “General Findings of the International

Atherosclerosis Project,” Laboratory Investigations 18(5):498, 1968

*9. Ρ. Λ. Σμιθ (R. L. Smith), και Ε. Ρ. Πίκνεϊ (E. R. Pinckney), The Cholesterol Conspiracy, Warren H Green, Inc., St. Louis, MO, ΗΠΑ, 1991, (σελ. 125).

*10. Μ. Ντεμπέικι (M. De Bakey), “Serum Cholesterol Values in Patients Treated Surgically for Atherosclerosis”, JAMA 189(9):655-59, 1964.

*11. Α. Κις (A. Keys), “Diet and Development of Coronary Heart Disease”, J. Chron. Dis. 4(4):364-380, Οκτώβριος 1956.

*12. Γ. Χριστάκης (G. Cristakis), “Effect of the Anti-Coronary Club Program on Coronary Heart Disease Risk-Factor Status”, JAMA 198(6):129-35, 7 Νοεμβρίου, 1996.

*13. “Dietary Goals for the United States – Supplemental Views”, από το προσωπικό της Επιτροπής της Συγκλήτου για την Διατροφή και τις Ανθρώπινες Ανάγκες, Εθνικό Τυπογραφείο, Ουάσινγκτον, DC, Νοέμβριος 1977, (σελ. 139-140).

*14. Ρ. Λ. Ρίτσεκ (R. L. Rizek), “Fat in Today’s Food Supply – Level of Use and Sources”, J. Am. Oil Chem. Soc. 51:244, 1974

*15. Μ Ένιγκ, “Dietary Fat and Cancer Trends – A Critique”,

Federation Proceedings 37(9):2215-2220, FASEB, Ιούλιος 1978.

*16. Τ. Άπλγουάιτ (T. H. Applewhite), “Statistical ‘Correlations’ Relating Trans Fats to Cancer: A Commentary”, Federation Proceedings 38(11):2435-2439, FASEB, Οκτώβριος 1979

*17. Φρεντ Κουμερόφ (F. A. Kummerow), “Effects of Isomeric Fats on Animal Tissue, Lipid Classes and Atherosclerosis”, Geometrical and Positional Fatty Acid Isomers (E. A. Emken and H. J. Dutton, eds), American Oil Chemists Society, Champaign, IL, ΗΠΑ, 1979, (σελ. 151-180) & Ν. Κριτσέφσκι, “Trans Fatty Acid Effects in Experimental Atherosclerosis”, Federation Proceedings 41:2813, FASEB, 1982

*18. Μ Ένιγκ, “Modification of Membrane Lipid Composition and Mixed-Function Oxidases in Mouse Liver Microsomes by Dietary Trans Fatty Acids”, Διδακτορική Διατριβή για το Πανεπιστήμιο του Μέριλαντ, 1984.

19. “New Focus on Trans Fatty Acids,” Food Processing, Δεκέμβριος του 1982, σελ. 64-66.

20. Ε. Τ. Χάντερ (E. J.Hunter), “More on Those Trans Fatty Acids”, Food Processing, Μάιος του 1983, σελ: 35-36.

21. Ο. Μ. Ν. Ρατνέικι (W. M. N. Ratnayake), και άλλοι, “Fatty Acids in Some Common Food Items in Canada”, J. Am. Coll. Nutr. 12(6):651-660, 1993.

22. Μ. Ένιγκ και άλλοι, “Fatty Acid Composition of the Fat in Selected Food Items with Emphasis on Trans Components”, J. Am. Oil Chem. Soc. 60(10):1788-1795, 1983.

23. Ε. Τ. Χάντερ, Επιστολή στον Εκδότη, περιοδικό Science 224:659, 1984

24. Κ. Ε. Έλσον (C. E. Elson), και άλλοι, “The Influence of Dietary Unsaturated Cis and Trans and Saturated Fatty Acids on Tissue Lipids of Swine”, Atherosclerosis 40:115-137, 1981.

25. Φ. Ρ. Σέντι (F. R. Senti), (εκδ.), “Health Aspects of Dietary Trans Fatty Acids, Life Sciences Research Office (LSRO)/Fed. Am. Soc. Exp. Biol”. (FASEB), Bethesda, MD, ΗΠΑ, 1985.

26. Ε. Τ. Χάντερ. και Τ. Άπλγουάιτ (T. Applewhite), “Isomeric Fatty Acids in the US Diet: Levels and Health Perspectives”, Am. J. Clin. Nutr. 44:707-717, 1986.

27. “Ace Federal Reporter Inc.”, Stenotype Reporters, 444 North Capitol Street, Suite 402, Ουάσιγκτον, DC 20001, ΗΠΑ, τηλ (202) 347 3700

28. Food Chemical News 29 (47):52, 25 Ιανουαρίου του 1988· “Nutrition Week, Community Nutrition Institute – (CNI)”, 16 Ιουνίου του 1988, σελ. 6.

29. Ρ. Σμιθ (R. Smith), και Ε. Ρ. Πίκνι (E. R. Pinckney), “Diet, Blood Cholesterol and Coronary Heart Disease: A Critical Review of the Literature”, Vector Enterprises, Sherman Oaks, CA, ΗΠΑ, 1991, τόμος 2.

30. Ουΐλλιαμ Καστέλλι (William Castelli), “Concerning the Possibility of a Nut…”, Archives of Internal Medicine 152(7):1371-1372, Ιούλιος του 1992.

31. “Multiple Risk Factor Intervention Trial: Risk Factor Changes and Mortality Results”, JAMA 248(12):1465, 24 Σεπτεμβρίου του 1982.

32. Φ. Χ. Μάτσον (F. H. Mattson), και άλλοι, “Effect of Dietary Cholesterol on Serum Cholesterol in Men”, Am. J. Clin. Nutr. 25:589, 1972.

33. Π. Άντις (P. Addis), “Food and Nutrition News” 62(2):7-10, Μάρτιος/Απρίλιος του 1990.

34. “The Lipid Research Clinics Coronary Primary Prevention Trial Results: I. Reduction in Incidence of Coronary Heart Disease”, JAMA 251:359, 1984.

35. Σ. Μ. Γκράντι (S. M. Grundy), “Cholesterol and Coronary Heart Disease: A New Era”, JAMA 256(20):2849-2858, 28 Νοεμβρίου του 1986.

36. Επιστολές στον εκδότη και απαντήσεις των συγγραφέων, J. Am. Coll. Nutr. 10(5):510-521, 1991.

37. Ε. Τ. Χάντερ (E. J. Hunter), και Τ. Χ. Άπλγουάιτ (T. H. Applewhite), “Reassessment of Trans Fatty Acid Availability in the US Diet”, Am. J. Clin. Nutr. 54:363-369, 1991.

38. Φ. Α. Κουμέροφ (F. A. Kummerow), “Nutritional Effects of Isomeric Fats: Their Possible Influence on Cell Metabolism or Cell Structure”, Dietary Fats and Health (εκδότες: Ε. Τ. Πέρκινς [E. G. Perkins] και Ο. Τ. Βίσεκ [W. J. Visek]), The American Oil Chemists’ Society, Champaign, IL, ΗΠΑ, 1983, σελ. 391-402. Φ. Α. Κουμέροφ, “Nutritional Aspects of Isomeric Fats”, Lipids in Modern Nutrition (εκδότες: Μ. Χόρισμπέργκερ [M. Horisberger] και Ο. Μπράκο [U. Bracco]), Nestle Nutrition, Vevey/Raven Press, Νέα Υόρκη, 1987.

39. Τ. Β. Μαν (G. V. Mann), κ.α., “Atherosclerosis in the Maasai”, Am. J. Epidemiol. 95:6-37, 1972.

40. Τ. Β. Μαν (εκδ.), “Coronary Heart Disease: The Dietary Sense and Nonsense”, Veritas Society, Λονδίνο, Αγγλία, 1993, σελ. 1.

41. Μια γενική επισκόπηση των περικοπών που αφορούν στα προβλήματα της κατανάλωσης πολυακόρεστων μπορεί να βρεθεί στην εργασία του Ε. Ρ. Πίκνι (E. R. Pinckney) και του Κ. Πίκνι (C. Pinckney) με τίτλο “The Cholesterol Controversy”, Sherbourne Press, Λος Άντζελες, Καλιφόρνια, ΗΠΑ, 1973, σελ. 127-131.

42. Κ. Β. Φέλτον (C. V. Felton), κ.α., “Dietary Polyunsaturated Fatty Acids and Composition of Human Aortic Plaques”, Lancet 344:1195, 1994.

43. Κριτσέφσκι, “Medical Counterpoint”, Μάρτιος του 1969.

44. Μ. Μ. Τέτερ (B. B. Teter) κ.α., “Milk Fat Depression in C57B1/6J Mice Consuming Partially Hydrogenated Fat”, Journal of Nutrition 120:818-824, 1990.

Μπάρναρντ (Barnard) κ.α., “Dietary Trans Fatty Acids Modulate Erythrocyte Membrane Fatty Acid Composition and Insulin Binding in Monkeys”, J. of Nutritional Biochemistry 1:190-195, 1990.

45. Τ. Χάνις (Τ. Hanis) κ.α., “Effects of Dietary Trans Fatty Acids on Reproductive Performance of Wistar Rats”, British Journal of Nutrition 61:519-529, 1989.

46. Μ. Κολέτσκο (B. Koletzko) και Τ. Μίλερ (J. Muller), “Cis- and Trans- Isomeric Fatty Acids in Plasma Lipids of Newborn Infants and Their Mothers”, Biology of the Neonate 57:172-178, 1990.

47. Ν. Χόρομπιν (D. Horrobin), “The Regulation of Prostaglandin Biosynthesis by Manipulation of Essential Fatty Acid Metabolism”, Reviews in Pure and Applied Pharmacological Sciences 4:339-383, 1983.

48. Τ. Β. Μαν, “Metabolic Consequences of Dietary Trans Fatty Acids”, Lancet 343:1268-1271, 1994.

49. Λ. Κόλμαγερ (L. Kohlmeier), κ.α., “Stores of Trans Fatty Acids and Breast Cancer Risk”, Am. J. Clin. Nutr. 61:896, A25, 1995.

50. Ρ. Π. Μένσικ (R. P. Mensink) και Μ. Κάταν (M. Katan), “Effect of Dietary Trans Fatty Acids on High-Density and Low-Density Lipoprotein Cholesterol Levels in Healthy Subjects”, N. Eng. J. Med. 323:439-445, 1990.

51. Μ. Ένιγκ (Μ. Enig) κ.α., “Isomeric Trans Fatty Acids in the US Diet”, J. Am. Coll. Nutr. 9:471-486, 1990.

52. Ο. Κ. Γουΐλετ (W. C. Willett) κ.α., “Consumption of Trans-Fatty Acids in Relation to Risk of Coronary Heart Disease Among Women”, Society for Epidemiology Research, Annual Meeting, Ιούνιος του 1992, Απόσπασμα 249.

53. Ο. Κ. Γουΐλετ (W. C. Willett) κ.α., “Intake of Trans Fatty Acids and Risk of Coronary Heart Disease Among Women”, Lancet 341:581-585, 1993.

54. Τ. Τ. Καμπάρα (J. J. Kabara), The Pharmacological Effects of Lipids (εκδ: Τ. Τ. Καμπάρα), The American Oil Chemists’ Society (AOCS), Champaign, IL, USA, 1978, σελ. 1-14.

Λ. Α. Κοέν (L. A. Cohen) κ.α., J. Natl Cancer Inst. 77:43, 1986.

55. Μ. Α. Ουάτκινς (B. A. Watkins) κ.α., “Importance of Vitamin E in Bone Formation and in Chrondocyte Function”, AOCS Proceedings, Purdue University, Λαφαγέτ, IN, ΗΠΑ, 1996.

Μ. Α. Ουάτκινς και Μ. Φ. Σάιφερ (M. F. Seifert), “Food Lipids and Bone Health”, Food Lipids and Health (εκδ: Ρ. Ε. Μακντόναλντ [R. E. McDonald] και Ν. Μ. Μιν [D. B. Min]), Marcel Dekker, Inc., Νέα Υόρκη, NY, σελ. 101.

56. Τ. Φ. Μεντ (J. F. Mead) κ.α., “Lipids: Chemistry, Biochemistry and Nutrition”, Plenum Press, Νέα Υόρκη, 1986.

57. Α. Α. Νάντζι (A. A. Nanji) κ.α., “Gastroenterology” 109(2):547-54, Αύγουστος του 1995.

Γ. Σ. Τσα (Y. S. Cha) και Ν. Σ. Σάτσαν (D. S. Sachan), J. Am. Coll. Nutr. 13(4):338-43, Αύγουστος του 1994.

58. Μ. Λ. Καργκ (M. L. Garg) κ.α., The FASEB Journal 2(4), A852, 1988.

Ρ. Μ. Όλιαρτ Ρος (R. M. Oliart Ros) κ.α., “Meeting Abstracts”, AOCS Proceedings, Σικάγο, Ίλινοϊς, ΗΠΑ, Μάιος του 1998, σελ. 7.

59. Λ. Ν. Λόσον (L. D. Lawson) και Φ. Κουμέροφ, “B-Oxidation of the Coenzyme A Esters of Vaccenic, Elaidic and Petroselaidic Acids by Rat Heart Mitochondria”, Lipids 14:501-503, 1979.

60. Ε. Μ. Κράντον (E. M. Cranton) και Τ. Π. Φράκλτον (J. P. Frackelton), “Free Radical Pathology in Age-Associated Diseases: Treatment with EDTA Chelation, Nutrition and Antioxidants”, Journal of Holistic Medicine, Άνοιξη/Καλοκαίρι του 1984, σελ. 6-37.

61. Χ. Ένγκελμπεργκ (H. Engelberg), “Low Serum Cholesterol and Suicide”, Lancet 339:727-728, 21 Μαρτίου του 1992.

62. Ρ. Μ. Άλφιν-Σλέιτερ (R. B. Alfin-Slater) και Λ. Άφτεργκουντ (L. Aftergood), “Lipids”, Modern Nutrition in Health and Disease (R. S. Goodhart and M. E. Shils, eds), Lea & Febiger, Φιλαδέλφεια, ΗΠΑ, 1980, 6η έκδοση, σελ. 134.

63. Μ. Γκαρ, “A Fresh Look at Dietary Recommendations”, Inform 7(4):432-435, Απρίλιος του 1996.

64. Ομάδα Εργασίας των AIN/ASCN σχετικά με τα Τρανς Λιπαρά, “Position Paper on Trans Fatty Acids”, Am. J. Clin. Nutr. 63:663-670, 1996.

65. Ρ. Μ. Λέμον (R. M. Lemmon), Ν. Κριτσέφσκι κ.α., “The Effect of Delta-7-Cholesterol Feeding on the Cholesterol and Lipoproteins of Rabbit Serum”, Archives of Biochemistry & Biophysics (NY) 51(1):1161-9, Ιούλιος του 1954.

Ν. Κριτσέφσκι κ.α., “Effect of Cholesterol Vehicle in Experimental Atherosclerosis”, Am. J. Physiol. 178:30-32, Ιούλιος-Σεπτέμβριος του 1954.

66. Ρ. Ε. Όλσον (R. E. Olson), “Evolution of Ideas about the Nutritional Value of Dietary Fat: Introduction”, J. Nutr. 128:421S-425S, 1998.

Σχετικά με τις συγγραφείς:

Η Μέρι Τζ. Ένιγκ

είναι διεθνούς ακτινοβολίας ειδικός στον τομέα της βιοχημείας των λιπιδίων. Έχει επιβλέψει πολλές μελέτες στην Αμερική και στο Ισραήλ πάνω στις επιδράσεις των τρανς λιπαρών οξέων και έχει αμφισβητήσει επιτυχώς τις κυβερνητικές διαβεβαιώσεις ότι το ζωικής προέλευσης λίπος μπορεί να προκαλέσει καρκίνο και καρδιακές παθήσεις. Το ενδιαφέρον που έχει δείξει η επιστημονική κοινότητα και τα ΜΜΕ στις πιθανές επιβλαβείς επιδράσεις των τρανς λιπαρών οξέων έχει επίσης φέρει το έργο της στην επιφάνεια.

Είναι ακόμα διαιτολόγος με άδεια του “Board for Nutrition Specialists”, σύμβουλος ατόμων σε θέματα διατροφής καθώς και επιχειρήσεων, πολιτειακών και ομοσπονδιακών κυβερνήσεων, συνεργάτης πολλών επιστημονικών εκδόσεων, μέλος του Αμερικανικού Κολλεγίου Διατροφής και πρόεδρος της Ένωσης των Διαιτολόγων του Μέριλαντ. Έχει συγγράψει 60 επιστημονικές εργασίες και παρουσιάσεις και έχει δώσει πλήθος διαλέξεων.

Η Δρ. Ένιγκ ασχολείται προς το παρόν με την πειραματική ανάπτυξη μίας συμπληρωματικής θεραπείας για το AIDS χρησιμοποιώντας πλήρως κορεσμένα λιπαρά οξέα μέσης αλυσίδας. Είναι μητέρα τριών υγιέστατων παιδιών που τα έχει μεγαλώσει με παραδοσιακές τροφές όπως βούτυρο, κρέμα γάλακτος, αυγά και κρέας.

Η Σάλι Φάλον

είναι η συγγραφέας του βιβλίου “Διατροφικές παραδόσεις: Το βιβλίο Μαγειρικής, πρόκληση στην πολιτικά ορθή διατροφή και τους Διαιτοπατέρες” (Nourishing Traditions: The Cookbook that Challenges Politically Correct Nutrition and the Diet Dictocrats), μαζί με την Πάτ Κόνολι (Pat Connolly), διευθύντρια του Διαιτολογικού Ιδρύματος Πράις – Πότεντζερ (Price-Pottenger Nutrition Foundation) και την Μέρι Ένιγκ, καθώς και συντάκτρια πλήθους άρθρων σχετικών με την υγεία και την διατροφή.

Είναι αντιπρόεδρος του Διαιτολογικού Ιδρύματος Πράις – Πότεντζερ και αρχισυντάκτρια του δεκαπενθήμερου εντύπου του ιδρύματος. Είναι μητέρα τεσσάρων παιδιών τα οποία έχει μεγαλώσει με παραδοσιακές τροφές. Μπορείτε να προμηθευτείτε το εκδοτικό της έργο αν επικοινωνήσετε με το Διαιτολογικό Ίδρυμα Πράις -Πότεντζερ στο Σαν Ντιέγκο, Καλιφόρνια, Ηνωμένες Πολιτείες τηλ.: (619)

naturopathyingreece.wordpress.com


Οι συνταγές λειτουργούν στα πλαίσια μιας ισορροπημένης διατροφής και μιας γενικότερης αλλαγής του τρόπου ζωής, από τον οποίο προέκυψαν εξ αρχής τα παραπάνω περιγραφόμενα προβλήματα υγιείας.


Η σελίδα έχει πληροφοριακό χαρακτήρα. Συμβουλεύεστε πάντα το γιατρό σας.
Η χρήση όσων αναφέρονται είναι αποκλειστικά και μόνον δική σας ευθύνη.


Ενδιαφέροντα άρθρα...

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *